Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2024

Αλέξανδρος και Γοργόνα


Α. 
(ο Πέτρος)

Μία φορά κι έναν καιρό ζούσ’ ένα παλικάρι
Βοσκόπουλο πανέμορφο με δύναμη και χάρη
Κατοίκα πάνω στα βουνά μακριά από τσ’ αθρώποι
Ο κόσμος όλος ήτονε γι’ αυτό οι βοσκοτόποι
Λαλιά δεν είχε να μιλεί ούτε να δώνει γνώρος
Τα ζωντανά του ήτονε ότι κι αν είχε όρος
Κι ένα σουραύλι που ‘παιζε για της καρδιάς τα πάθη
Και το φυσούσε με πνοή απ’ του είναι του τα βάθη
Γυναίκα δεν το θέλησε μάνα δεν το φροντίζει
Μέσα στο κάμπο καλαμιά αέρας τη θερίζει
Τις Κυριακές ξυρίζονταν κι ήσαζε το μουστάκι
Τα σκολιανά του φόραγε με το καλό σακάκι
Στην πολιτεία πάαινε στο καφενείο πέρνα
Κι όλους τους φίλους και γνωστούς απλόχερα τσι κέρνα
Βαφτιστικά τον γράφανε πάππου προς πάππο Πέτρο
Μα όσοι τον εξέρανε τον εφωνάζαν Δέντρο
Γιατί είχε μπράτσα και καρπούς και σώμα κυπαρίσσι
Που με τ’ αμίλητο νερό το πότισε μια βρύση
Τα ζα συχνά τα πάαινε στης θάλασσας το κύμα
Εβρίσκανε να βόσκουνε και χόρταιναν την πείνα
Ευτός αστέρια μάζωνε και βότσαλα πλανήτες
Άγρια χόρτα του αγρού αλλά και αμανίτες
Τού ‘ρεσε τ’ ανεκάτωμα που η φύση η ίδια κάνει
‘Οταν φωλιά μείνει αδειανή σαν ο ένοικος πεθάνει
Και στέλνει μες στη θάλασσα του σάλιακα τη σπείρα
Καθώς βροντούν οι ουρανοί και γίνεται πλημμύρα
Και μπαίνει μέσα ο κάβουρας σαν μια μικρή χελώνα
Στην πλάτη του το κουβαλεί θέρος μα και χειμώνα
Ήτονε όμως μια βραδιά σαν έβγαιν’ η Σελήνη
Που ‘δε ‘να θάμα αλλόκοτο σκέτη παραφροσύνη:
Μία πεντάμορφη κιουρά απ’ τον αφρό ανεδύθη
Είχε ουρά του δελφινιού, όψη σαν Αφροδίτη
Ήτονε η πρώτη του βολά που ‘θελε να μιλούσε
Να διηγηθεί την ομορφιά της κόρης που θωρρούσε:

Β.
(η διήγηση) 

Δεν ήταν Μέδουσα, Νηρηίς μα ήτον’ η Γοργόνα
Του Μεγαλέξανδρου αδερφή της θάλασσας μαντόνα
Που ‘πιε τ’ αθάνατο νερό για γάλα μητρικό της 
Για να γενεί του πέλαγου η τρομερή  θεότης
Στον Πόντο εκεί τον Εύξεινο, στη Θάλασσα τη Μαύρη 
Γυρνοβολάει μοναχή τον αδερφό της να ‘βρει
Γιατί είν’ εκεί το σύνορο, εκεί το σταυροδρόμι
Που Δύσης και Ανατολής τους κόσμους τους ενώνει
Πολλές φορές κατέβαινε στον Βόσπορο πιο κάτω 
Εις την Κωνσταντινούπολη γυρεύοντας μαντάτο 
Εκεί πηγαίναν κι έρχονταν θίασοι και μπουλούκια
Και το αφτί της έστηνε να μάθει μουστουλούκια
Γιατ’ ήτονε μητρόπολη και κέντρο εμπορίου
Του μεταξιού διαδρομή μα και του λιναρίου
Κι είχε και την Α(γ)ιά Σοφκιά το μέγα μοναστήρι
Που έχει τρούλο κρεμαστό, ουράνιο σημαντήρι.
Συχνά την κόμη έλουζε πέρα στην Προποντίδα
Στου Ελλησπόντου τα στενά την έπλεκε κοτσίδα
Το χνώτο της ευώδιαζε μαστίχα κι άγριο δυόσμο
Μόνο στη Χίο έβρισκε κι ας γύρνα όλο τον κόσμο
Στης Ίμβρου και της Τένεδου τα πλάτη και τα μήκη
Κολύμπα(γ)ε και κάτεχ’ η καρδιά της πού ανήκει
Σαν έβρισκε πλεούμενο στο Νείλο να ‘χει ρότα
Το ‘πιανε απ’ την πλώρη του, τους ναυτικούς αρώτα
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος, αν ζει, αν συναντήσαν
Εκεί εις τα ταξίδια τους στον κόσμο που γυρίσαν
Αν απαντούσαν «πέθανε» και πως ποτέ δεν είδα(ν)
Σήκωνε μία θύελλα και μία καταιγίδα
Που το σκαρί στροβίλιζε μια πάνω και μια κάτω
Και μ’ όλο του το πλήρωμα επάαινε στον πάτο
Όμως το κόρπο οι ναυτικοί μάθαν για να γλιτώνουν
Και λέασι τζη ψώμματα για να επιβιώνουν
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος πως ζει και βασιλεύγει
Με του σπαθιού τη δύναμη τον κόσμο κυριεύγει
Όμως ευτά τα ψώμματα ήτονε η αλήθεια
Σαν ‘κείνα που διαβάζουμε μέσα στα παραμύθια:

Γ. 
(από τα παραμύθια του Μεγάλου Αλεξάνδρου)

Μυαλό πήρε του Φίλιππου, Ολυμπιάδας σώμα
Τον Βουκεφάλα δάμασε αμούστακος ακόμα
Επρόσεξε πως το φαρί τον ίσκιο του εδούλια
Γι’ αυτό σαν το πλησίαζες τίναζε τα καπούλια
Ήτονε η αντίδραση εκείνη του αλόγου
Πέρα ως πέρα φυσική και όχι άνευ λόγου
Στον ήλιο έστρεψε λοιπόν του ζώου το κεφάλι 
Αμέσως (ε)υτό ηρέμησε, παράτησε την πάλη
Μετ’ απ’ αυτό το σκηνικό, το ημέρωμα του ίππου
Διάδοχο τον λόγιασαν, Αλέξανδρος Φιλίππου
Κι ο Φίλιππος: «Παιδί μου βρες βασίλειο να σ’ αρέσει
Τούτ’ η πατρίδα είν’ μικρή εσένα να χωρέσει».
Αριστοτέλη δάσκαλο φέρανε στο κοπέλι
Που ‘χε στο βλέμμα θάλασσες, που ‘χε στο βλέμμα μέλι
Το’ να του μάτι ο Σείριος*, το άλλο του ο Βέγας*
Τυχαία δεν τον είπανε Αλέξανδρος ο Μέγας
Γιατί κατείχε δύναμη κι ένα μυαλό ξυράφι
Κακό απ’ άνδρα να μη βρει σε φθονερό συνάφι
Κόμπος ποτέ δεν στάθηκε για κείνονε εμπόδιο 
Με το σπαθί τού ξέμπλεξε και τον Δεσμό τον Γόρδιο
Στον Γρανικό τον ποταμό στους Πέρσες εναντίον
«Αλέξανδρος κι οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων»
Είπανε πως εσκότωσε φίδι κατηραμένο 
Δράκο που πέταε φωθιά ‘π’ το στόμα τ’ ανοιγμένο
Τ’ Άη Δημήτρη ανάστημα, τ’ Άη Γιωργιού αντρεία
Ξεπέρασε και έλαβε κι αγάπη και λατρεία.
Τον Διογένη κυνικό, στης Κόρινθου τα μέρη
Επήγε και συνάντησε δίχως κανείς να ξέρει
Μες σε πιθάρι ξάπλωνε, μέρος προστατευμένο
Αφού δεν εύρισκε άνθρωπο με τον φανό αναμμένο 
Του είπε ο βασιλιάς: γι’ αυτόν θα έκανε τα πάντα 
Με κυνισμό τ’ απάντησε: να μεταβεί στην μπάντα
Γιατί προκάλεσ’ έκλειψη Ηλίου στο πιθάρι
Έτσι καθώς τον σκίαζε σαν να ‘ταν το φεγγάρι
Γι’ αυτό μια ανύποπτη στιγμή τα χρόνια σαν περάσαν 
Κι ίδρυσε Αλεξάνδρειες κι οι κτίσεις τον χορτάσαν
Στη νίκη στα Γαυγάμηλα, στα βάθη της Ασίας
Κι ερώτηση του κάνανε μεγάλης σημασίας:
«Αν δεν ήσου Αλέξανδρος τι θα ‘θελες να γένεις;»
Εκείνος αποκρίθηκε: «Να ‘μου ο Διογένης».
Στην εκστρατεία νυμφεύθηκε την όμορφη Ρωξάνη
Πού ‘χε μυαλό και ομορφιά, κανένας νους δε βάνει 
Μα η αγάπη του η κρυφή ήταν ο Ηφαιστίων
Γι’ αυτό και όταν πέθανε του έχτισε μνημείον
Μα όταν θα πέθαινε ευτός ‘πιθύμα μ’ άδεια χέρια
Να τον επεριφέρουνε ώσπου να βγουν τ’ αστέρια
Για να δηλώσει πως σ’ αυτή τη σύντομη τη ζήση
Φεύγουμε όπως ακριβώς μας είχανε γεννήσει.

Δ. 
(η φυγή του Δέντρου)

Σαν που τον γέννα η μάνα του ο νιος δίχως ιμάτια
Έστεκε μπρος τη θάλασσα σκιάζοντας τα μάτια
Στη στάση την αρχέγονη σαν να τη χαιρετάει
Ή πέρα στον ορίζοντα που κάτι προσδοκάει 
Σαν τον λαφιάτη του βουνού όταν κατηφορίζει
Και πάει στην άκρη του γυαλού όπου το κύμα αφρίζει
Να σμίξει με τη σμεναριά το φίδι της θαλάσσης
Κι αναστατώνοντ’ οι ορμές των ζωντανών της πλάσης 
Παρόμοια ήθελε ο βοσκός να σμίξει τη Γοργόνα
Σε σάρκα μια να ενωθεί να κυλιστεί στο χώμα
Της είχε δει πολλές φορές και τον γυμνό της ώμο
Καθώς κολύμπα στης νυχτιάς τον ασημένιο δρόμο
Και φύσαε το σουραύλι του και του κριού το κέρας
Να τον ακούσουν μακριά μέχρι της γης το πέρας
Πως τη Γοργόνα αποζητά κι από αγάπη λιώνει
Τις νύχτες κλαίει μην τον δουν και κρυφομαραζώνει
Κείνη τη μέρα μήνυμα έλαβε η Γοργόνα
Και μ’ ενός βούκινου βοή του μαρτυρά κρυψώνα
Κι έσμιξ’ ο ήχος της στεριάς με κείνον του κυμάτου
Σ’ ένα σκοπό ερωτικό του παραπονεμάτου
Και σμίξανε οι μουσικές βουνού και της θαλάσσης
Καθώς κορμιά που σμίγουνε στου έρωτα τις στάσεις
Κι όπως το φίδι γδύνεται απ’ το πουκάμισο του
Κι αφήνει αποτύπωμα από το σούρσιμό του
Έτσι εβρέθ’ ένα πρωί η φορεσά του νέου
Γιατί είν’ ο έρως θάνατος του δυνατού κι ωραίου
Την είχε αφήσει τακτικά απάνω εις την άμμο
Και το σουραύλι στης καρδιάς το μέρος από πάνω


*(λέγεται πως ο Αλέξανδρος είχε το ένα μάτι γαλάζιο και τ' άλλο καστανό)

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2024

Ο Θεμιστοκλής στη Νάξο



 Α.


Στον Βίο του Θεμιστοκλή διάβασα για το κλέος

Υπό Κορνήλιου Νέπωτος Λατίνου συγγραφέως 


Επιφανής πολιτικός και γιος του Νεοκλέως

Ναύαρχος χαρισματικός που ‘χε μυαλό βεβαίως


Θησαύρισμα στιγμών ζωής των ημερών του έργα

Το πώς έστρεψε πάνω του ο Ευρυβιάδης βέργα


Που «πάταξον» του είπε «μεν», τ’ επίπεδο κρατώντας

Κι απέκειω πάλι «άκουσον» ψύχραιμος πάντα όντας


Όταν σηκώθηκε ψηλά ραβδί τ’ Ευρυβιάδη

Θα ‘στελνε τον Θεμιστοκλή γραμμή κάτω στον Άδη


Όμως κατείχε σύνεση και τέτοια σωφροσύνη

Κατεύνασε τα πνεύματα. Κι έριξ’ ιδέα ‘κείνη:


«Να στείλουν αντιπρόσωπο τον Σίκινο στον Ξέρξη

Καμώνοντας τους Πέρσες πως επιθυμεί να στέρξει»


Τον Σίκινο που ήτανε παιδαγωγός νηπίου

Και ήξερε να εξηγεί τους λόγους κάθ’ αιτίου


Πως θα υποχωρήσουνε προς τον Ισθμό ελέχθη

Την είδηση ο βασιλιάς ο Πέρσης καλοδέχθη


Έτσι ο Ξέρξης τσίμπησε στο κόρπο που του στήνα

Καταποντίσθη στα στενά εκεί στη Σαλαμίνα


Απ’ το Αιγάλεω έφυγε με την ουρά στα σκέλια

Αφού τους Πέρσες κρέμασαν στων καραβιών τα ρέλια


Και την Αθήνα έσωσαν τα «ξύλινα τα τείχη»

Ό,τι ειπώθη στον χρησμό δεν ήτανε στην τύχη


Χρησμό Μαντείου των Δελφών που ‘δωσε η Πυθία

Και δεν καλοκατάλαβαν πως «τείχη» ειν’ τα πλοία


Τους Μήδους κι αν ρεζίλεψε στη μάχη Σαλαμίνος

Ο Δήμος εξοστράκισε λες κι ήταν κάποιο κτήνος


Εκείνον που τον ψήφισαν με περισσή αβρότη

Στη σύνεση ως δεύτερο κι όλοι οι άλλοι πρώτοι


Άρα ο πρώτος ήτονε κι αυτό δεν ήταν λί(γ)ο

Ούτε πως δεν είν’ άπατρις όσο πατεί σε πλοίο


Τον άνδρα όπου άλλαξε τον ρου της ιστορίας

Τον στέλνουν μ’ εξοστρακισμό στη γη της εξορίας


Κι αν αναγκάσθη να διαβεί πέρα στην Ιωνία 

Εγλίτωσε στην Έφεσο απ’ τη συκοφαντία


Κρυφά μπαρκάρησε λοιπόν ινκόγκνιτο στ’ αμπάρι

Με ναύλο εμπορικό, κανείς δεν ήπηρε  χαμπάρι


Εις το ταξίδι του αυτό σταμάτησε στη Νάξο

Και τούτο τον μισό τον πλου θέλω να περιγράψω


Γιατί αυτή η διαδρομή, εκείνη η πορεία

Κρύβει σχεδόν ολάκερη ελληνική ιστορία


Τους μύθους μα και τους θεούς, την τραγωδία, το έπος

Πράγμα που δεν εμπόρεσε να αναπτύξει ο Νέπως



***

Β.


Αφετηρία είχανε το Δέλτα του Φαλήρου

Τοποθεσία μαγική συνειδητού κι ονείρου


Την Αίγινα περάσανε, την Αθηνά Αφαία

Που ‘ναι γεμάτη φιστικιές και χρώματα ωραία


Διέπλευσαν Σαρωνικό μέχρι να πεις αλεύρι

Κι ο ναύαρχος ηρέμησε κανείς να μην τον εύρη


Κοιτώντας εις το Σούνιο, Ναό του Ποσειδώνα

Σαν λύρα του Ορφέα μια χορδ’ η κάθα κολώνα


Ανεθυμήθη το πανί το μαύρο που κοντεύει

Νύχτα π’ απλώνει όταν πια ο ήλιος βασιλεύει


Ήταν σ’ ευτή τη θάλασσα που έδυσ’ ο Αιγέας

Στη θέα σκότους του μυαλού που είχε ο Θησέας


Γιατί πώς ήταν δυνατόν τόσες ημέρες πλεύση

Να μην το δούν πως αψηλά μαύρο πανί είχαν δέσει


Όταν εσκότωσε στυγνά σαν μαχητής τον Ταύρο

Θριαμβευτής αναχωρείς με το πανί σου μαύρο;


Της Αριάδνης στοργικά της βάσταγε το χέρι

Όταν στην Κρήτη δέθηκαν με μίτο να ‘ναι ταίρι


Ίσως με το ξελόγιασμα ο ήρως ν’ αφαιρέθη

Εμέθυσε με έρωτα μυαλό ε(γ)ίνη ντέφι 


Ίντα λοής εκάμασι στην κάμαρι του πλοίου

Τα μάτια τους εβγάνασι μεσούντος του Ηλίου


Κανείς δεν πρόσεξε πανί μαύρο να το καλάρει

Να τ’ αντικαταστήσουνε μ’ ένα λευκό φεγγάρι


Δεν ήταν σαν του Οιδιπόδα της τύφλωσης ο λόγος

Ούτε ωσάν του Όμηρου ο της Ελένης ψόγος


Ήταν που όλοι έχουμε μίαν Αχίλλειο πτέρνα

Μέσα στο θώρακα χτυπά βαθιά κάτω απ’ το δέρμα


Που αν τ’ Έρωτα κατάστηθα για Χάρου εύρει βόλι

Ανεξαιρέτως την καρδιά σού κάνουν περιβόλι


Όλες ευτές οι αναποδιές που ήρθαν στον Αιγέα

Εσπρώξασι τον βασιλιά στην πράξη τη μοιραία


Αιγαίο είπαν το πέλαγος το ανεμοδαρμένο

Οι θάλασσες βαπτίζονται πάντα απ’ τον πνιγμένο


(Θυμήσου Ίκαρο αετό, Φρίξου αδερφή την Έλλη

Του Ερμή τον γιο τον Μύρτιλο με τα ωραία μέλη)


Οι γλάροι τους συνόδευαν με του σκαριού τη φόρα

Και που και που ξαπόσταιναν στου δειλινού την ώρα


Αφήσαν πίσω Αττική, τ’ ασήμια του Λαυρίου

Της Δήλου αποθεματικό συμμαχικού ταμείου


Που στην Αθήνα έφερε εις τον Χρυσούν Αιώνα

Ο Περικλής τα τάλαντα χτίζοντας Παρθενώνα


Το Μακρονήσι έπειτα, τον κόλπο της Ευβοίας

Κι άνοιξ’ ο Αίολος τσ’ ασκοί, τσι κεραυνοί ο Δίας


Τα κύματα τους τύλιξαν ωσάν φτερούγες κύκνου

Καθώς περνούσαν απ’ τη Τζια και τα Θερμιά της Κύθνου


Εκεί π’ ανάβλυζε η γης ζεστά νερά, ιαμάτι-

κες οι πηγές τ’ Ασκληπιού μα και του Ιπποκράτη


Λίγο πιο πέρα διέκριναν τρίγωνο ορθογώνιο

Εις τον αφρό υποτείνουσα, γωνιές μοιρογνωμόνιο



Του Πυθαγόρα διδαχή, θεώρημα Ευκλείδη

Θαλή από τη Μίλητο και τέχνη Αρχιμήδη


Ο χάρτης έγραφε σαφώς πως το καλούν Πιπέρι

Ευτό ας ήτονε μικρό ήπρεπε να το ξέρει


Κάποτ’ εκόπασ’ ο βοριάς πλέοντας δρόμο ίσιο

Στης Γυάρου την απανεμιά εισήλθαν και τον ίσκιο


Ορτσάραν στα ιστία τους ως και τον φλόκο βίρα

Ξυστά περάσαν’ έπειτα απ’ του Ερμή τη Σύρα


Ήπρεπε να ‘χει κοντιν’ ο θεός το ορμητήριο

Στης Κέρου τη νεκρόπολη Μάκαρων κοιμητήριο


Την Πάρο αφήσανε δεξά, με πέτρες Συμπληγάδες

Που έχει ύφαλους πολλούς του κύματος κορφάδες



Μνημείο Αργοναυτικής μεγάλης εκστρατείας

Ιάσονα κατόρθωμα και φόνοι της Μηδείας


Μετά απ’ ‘κείνους τους αφρούς, (ψαλίδια τους καλούνε

Οι παλαιοί θαλασσινοί αν πλοία ναυαγούνε


Θωρείς τα ξάρτια σαν σταυροί από σκαριά πνιγμένα

Όπως πατώνουνε στη γη σώματα πεθαμένα


Σαν μπήγουνε ένα σταυρό απάνω από τη γη του

Όλα του τα υπάρχοντα ασπίδα και σπαθί του


Πυξίδα έχει το «ή ταν ή επί τας» στον βίο

Ουχί να γίνει ρίψασπις στης μάχης το πεδίο)


Γύρισε πλώρα το πανί στης Νάξου τον λιμένα

Δήμητρας εύφορο νησί, του Βάκχου του ποιμένα


Νησί ‘ναι μα’ χει τα βουνά τιμή του και καμάρι

Του Δία είν’ το πι’ αψηλό, του Πάνα και του Άρη


Έχει και βίγλες και ακτές δαντελοκεντημένες

Μάρμαρα άσπιλου λευκού και πέτρες λαξευμένες


Μια Πόρτα στέκει ορθάνοιχτη, πύλη που ‘ναι μυστήριο

Έμβαση του Απόλλωνα σαν έρχεται απ’ το Σείριο


Έχ’ αετοί περήφανοι όπου πετούν στα νέφη

Συχνά φωλιάζουν στις σπηλιές όταν τους κάνει κέφι


Ψοφίμια τρώνε βρώμικα τους τόπους καθαρίζουν

Κανείς δεν τσ’ είδε από κοντά μα όλοι το γνωρίζουν


Μα όταν φτάσαν στην ακτή εις τα λουτρά σιμώσαν

Της Αριάδνης τα νερά την όραση θαμπώσαν


Γιατ’ είχε λούσει μέσα τους τα μακριά μαλλιά της

Που άφησε την αύρα της κι όλη την εμορφιά της


Στο τέλος εθαυμάσανε του Λύγδαμη τα κάστρα

Πλουμίδια το εστόλιζαν σαν τ’ ουρανού τα άστρα


Σέλας Ηλίου κάτεχε και μια μεγαλοσύνη

Φάσεις πολλές του φεγγαριού μα και ταπεινοσύνη


Του σπλάχνου αυτού τη δαγκαμιά που την πληγ’ επουλώνει

Σαν κλέβει Προμηθεϊκά το φως και μας το δώνει


Του Αυγερινού καθάριο φως και του Αποσπερίτη

Την απερίγραπτη ομορφιά πού ‘χεν η Αφροδίτη


***

Γ.


Όμως για τύχη του κακή, πλοία των Αθηναίων 

Είχαν αράξει στο νησί παράπλευρα στο ακταίον


Ελλιμενίσθηκαν εντός μακριού κυματοθραύστου

Που ελάττωνε τη μάνητα κύματος αδαμάστου 



Ήτονε ευτός μαρμάρινος ατόφιας λευκότης

Της θάλασσας εταίριαξε λες κι ήτονε αφρός της


Έμοιαζε κύμα ακύμαντο ως μουσική γραμμένη

Κι η θάλασσα αεικίνητη χιλιοτραγουδισμένη


Γιατί είχε το νησί πολύ μάρμαρο και ρετάλι

Που τον προβλήτα στήσανε μες στο βορ(ι)νό κανάλι 


Απόφαση ο Θεμιστοκλής ταυτότητας του ελήφθη

Στον κύρη μπρος του καραβιού εντέλει αποκαλύφθη


Ζήτησε ν’ ανεμίσουνε στης άγκυρας καδένα

Με μία λέμβο στην ακτή να φέρουνε το δέμα


Γιατί αν τον αντάμωναν οι σύμμαχοι της Δήλου

Θα τον εθανατώνανε με περισσεία ζήλου


Ο καπετάνιος δέχθηκε κι είχε τιμή μεγάλη

πράξη να κάνει του Θεμι-στοκλή το παρακάλι 


Και σαν φθάσαν στην Έφεσσο και στα χρυσά τον λούσα(ν)

Δεν τον εξέχασε κι ευτόν και γέμισε τον λούσα


Τελειώνοντας, δεν έδωσε βοήθεια τ’ Αρταξέρξη

Ενάντια στα φύλα του με την πλευρά του Πέρση


Προτίμησ’ ο Θεμιστοκλής που είχαν εξορίσει

Να μην προδώσει τσ’ Έλληνες και να αυτοκτονήσει