Ο Άτλαντας που κουβαλά τον ουρανό στη ράχη
Σαν τιμωρία έφερε απ’ τη μεγάλη μάχη
Τον πόλεμο ανάμεσα στον Δία και τον Κρόνο
Τιτάνων έναντι θεών, πόλεμος δέκα χρόνω(ν)
Τρία αδέλφια ήτονε κι οι τρεις καλοβαλμένοι
Γιοι του Τιτάνα Ιαπετού μαζί με την Κλυμένη
Στη μάχ’ όμως δεν έλαβε μέρος ο Προμηθέας
(Δεύτερος ήταν στη σειρά), μήτ’ ο Επιμηθέας
Γι’ αυτό ο Δίας ζήτησε στους δυο και κατανείμαν
Όπλα της επιβίωσης των όντων μεσ’ στο Σύμπαν
Άλλο το κάναν να πετά κι άλλο γοργά να τρέχει
Άλλο δεινό κολυμπιστή ή δόντια να κατέχει.
Σαν η ήρθε η ώρα η στερνή να δώσουν στους ανθρώπους
Δεν είχε μείνει τίποτα, ήπρεπε να βρουν τρόπους
Έψαχνε κάτι για να βρει ο Προμηθέας να δώσει
Στο γένος το ανθρώπινο για να επιβιώσει.
Τον Προμηθέα είπανε τον πρώτο επαναστάτη
Που τη φωθιά την έκλεψε από ‘να φανοστάτη
Φωθιά πού ‘ταν προνόμιο για των θεών την κάστα
Και τη φυλούσαν σαν χρυσό στου Όλυμπου τα κάστρα
Εις τους θνητούς εδώρισε τη φλόγα της παιδείας
Και ήταν λόγος σοβαρός για να θυμώσει ο Δίας
Γιατί δε ήθελε
οι θνητοί πράγματα να γνωρίζουν
Πειθήνιους
τους θέλουνε την τύχη τους να ορίζουν.
Του Δία ήταν πρόθεση το γένος ν’ αφανίσει
Τη φλόγα τους την άσβεστη με μια βροχή να σβήσει
Μα ο Προμηθέας δίδαξε στον γιο του, Δευκαλίων
Την τέχνη της μηχανικής ναυπήγησης των πλοίων
Έχτισε εκείνος κιβωτό με μήκος και με εύρος
Για να χωρέσει άνετα του κάθα είδους ζεύγος
Ενοίξανε οι ουρανοί και γίνηκε πλημμύρα
Κατακλυσμός ασύλληπτος, η πιο κακιά η μοίρα
Σαράντα δυο μερόνυχτα βροχές που δεν κοπάσαν
Τη Γη οι πέντε θάλασσες ολάκερη σκεπάσαν.
Σαν τα νερά στεγνώσανε, σαν τα νερά σωθήκαν
Ο Δίας αντιλήφθηκε πως οι θνητοί σωθήκαν
Σταγόνα που ξεχείλισε του Δία το ποτήριο
Και τους θεούς συγκάλεσε κριτές στο δικαστήριο
Τον Προμηθέα αυστηρά βρεθήκαν να δικάσου(ν)
Εξόριστο τον έστειλαν στο όρος του Καυκάσου
Ο Ήφαιστος τον έδεσε σε βράχο μ’ αλυσίδα
Κι ας ήτονε Τιτάνα γιος με μια Ωκεανίδα
Ένας αετός περήφανος περνούσε κάθα μήνα
Και τού ‘τρωε τα σωθικά, συκώτι και τη σπλήνα
Μ’ αυτά ξαναεννιόντουσαν όπως και το φεγγάρι
Πανσέληνος σαν γίνεται ολάκερο φανάρι
Να φέγγει μες στις νύχτες μας πηγές των σπουδαγμάτων
Τους νόμους και τα γράμματα των θεϊκών πραγμάτων.
Ο Ηρακλής που πέρναγε τυχαία απ’ τα μέρη
Κι έμαθε για το δράμα του και από πρώτο χέρι
(Στους κήπους κατευθύνονταν, Χώρας των Εσπερίδων)
Απ’ τ’ άλυτα τον έλυσε δεσμά των αλυσίδων
Εν συνεχεία σκότωσε τον αετό, τον γύπα
Που της πληγής δεν άφηνε να ιαθεί η τρύπα.
Ο Προμηθέας θέλησε να τον ευχαριστήσει
Σαν τόλμησε τις θεϊκές βουλές να αψηφίσει
Κι έτσι για να βρει τα χρυσά, βοήθησε, τα μήλα
Που δράκοντας ακοίμιστος προσεκτικά τα φύλα.
Όμως στους Κήπους ο Ηρακλής έμελλε ν’ απαντήσει
Τον Άτλα που τον ρώτησε κι ήπρεπε ν’ απαντήσει:
"Μην κάνεις έτσι άρχοντα άκου εμέ που ξέρω
Εγώ θα μπω, εγώ θα βγω τα μήλα να σου φέρω
Μον’ έλα λίγο κράτα μου τον ουρανό με τ’ άστρα"
Και πήγε και τον κράτησε με δύναμη και πάστρα
Μα ο Άτλας γνώμη άλλαξε κι άλλη του λέει ρήση
"βλέπω μεγάλα μούσκουλα που κάνουν για τη χρήση…"
Ο Ηρακλής κατάλαβε του Άτλα το παιχνίδι
Και το μυαλό του έκοψε ξουράφι και λεπίδι:
"Αν είχα τέτοια δύναμη σαν του θεού του Άρη
Χάρη δεν θα σου ζήταγα να βάλω μαξιλάρι
Μον' έλα κράτα μια στιγμή να πάω να το φέρω
Γιατί αλλιώς παντοτινά εγώ θα υποφέρω"
Και πήγε και τον κράτησε στα μαρμαρένια αλώνια
Στον Ηρακλή τον ήρωα επέδειξε συμπόνοια...
Πώς θά ‘θελα να κάτεχα το φεγγαρίσιο σπλάχνο
Επαναστάτης νά 'μουνα τη μοίρα να αδράχνω
Ή έστω σαν τον Ηρακλή, στης Αρετής τον δρόμο
Να σήκωνα για μια στιγμή τον ουρανό στον ώμο.