Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

Άρτεμις και Απόλλων




Κάτ’ απ’ τον ήλιο τον θερμό στα τέλη κάποιου Αυγούστου

Έξω απ’ αμπέλια που τρυγούν τη συλλογή του μούστου

Μέσ’ στο τραγούδι το συρτό που κάναν τα τζιτζίκια

Πάνω σε χράμι υφαντό απ’ της θαλάσσης φύκια

 

Εκεί εέννησε η Λητώ δίδυμα, μ’ ένα πόνο

Γλιτώνοντας της Ήρας την οργή να κάνει φόνο

Στη Δήλο ο Ζευς την έκρυψε, έγνοια να μην την μέλλει

Άρτεμη και Απόλλωνα βγάλαν τσοι δυο ημέλλοι.

 

Εκεί φύλακας άγγελος εστάλθη απ’ τον Δία

Ένας λυράρης Κρητικός (ποιητική αδεία)

Να προστατεύγει τα μωρά καθώς και τη λεχώνα

Να παίζει νανουρίσματα σε λύρα από χελώνα.

Έσερνε το δοξάρι του τις νότες να κουρδίζει

Και τα μικρά τα δίδυμα να γλυκονανουρίζει

Κι ένα μαχαίρι δίκοπο στη μέσ’ είχε ζωσμένο

Σε βράχο του Ιδαίου αντρός το ‘χε ακονισμένο.

 

Σαν μεγαλώξαν κι ένιωσαν τη θεϊκή τους χάρη

Στην Άρτεμις εδώρισε τ’ οργάνου το δοξάρι

Κι αφού δεν είχε πια χορδές, δεν είχε πια το τέλι

Προτίμησε να κυνηγά σαϊτεύοντας τα βέλη.

 

Ο Απόλλωνας αντίστοιχα το έγχορδο ετούτο

Με τα δαχτύλια άρπιζε σαν να ‘τονε λαγούτο

Κι εγίνη ο ξανθός θεός, ο Απόλλων Μουσηγέτης

Η Άρτεμις μελαχροινή θεά η Κυνηγέτις.

 

Τη λύρα ο Φοίβος χάρισε στην Ερατώ τη Μούσα

Κι ήπαιζε σαγηνευτικά που οι καρδιές μεθούσα(ν)

Οι Μούσες την εντάξαν στην ορχήστρα των νυκτών τους

Να τραουδούν για τσοι θνητοί τα πάθη των νυχτών τους

Γι’ όταν κοιτάζουνε ψηλά, γι’ όταν μετρούν τ’ αστέρια

Για όταν δίνουνε φιλιά υγρά τα καλοκαίρια

Και μηδενίζονται μεμιάς εγωισμοί και φόβοι

Που της ζωής ο θάνατος το νήμα πάντα κόβει.

 

Έτσι ψηλά υπάρχουνε Τοξότης και η Λύρα

Σε αρμονία κοσμική οι Τέχνες και η θήρα…

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Το μαρτύριο του Σισύφου







Ο Σίσυφος, τ’ Αιόλου ο γιος, το άξιο παλικάρι

Η Εναρέτη η μάνα του γνοιαζόταν ποια θα πάρει.

Της Αλκυόνης αδερφός ήταν και του Αθάμα

(εκείνη έγινε πουλί απ’ των θεών το θάμα

εγέννα χειμωνιάτικα και γίνονταν αστέρια

μες στους χειμώνες θέσπισαν να έχει καλοκαίρια

ώστε να ζουν τα νεογνά, στο κρύο να μη φρίξου(ν),

ο Αθάμας κύρης ήτονε, της Έλλης και του Φρίξου).

Τον υπανδρεύθη τελικά η όμορφη Μερόπη

Αστέρι ήτονε θαμπό στης Πούλιας τη μετόπη

Γιατί ήτονε μοναδική απ’ όλες τις Πλειάδες

Που τη νυμφεύθηκε θνητός κι ήμπλεξε σε μπελάδες.

 

Είχ’ ένα βίο αβίωτο ο Σίσυφος στον Άδη

Δεν τον εσώναν τα δεσμά και το βαθύ σκοτάδι

Δύο βολές στον Χάροντα έδειξε πονηρία

Την τρίτη τη φαρμακερή του ‘θέσαν τιμωρία:

Πέτρα τσουλούσε σ’ έδαφος, απάνω, πού ‘χε κλίση

Ώσπου εφτάναν στην κορφή για να κατρακυλήσει

Χερότερο μαρτύριο ακόμα και που ετάφη

Ο κόπος του σε μια στιγμή επάαινε όλος στράφι.

Ήταν πολλά τα κρίματα που πήρε στο λαιμό του

Όλα μαζί οδήγησαν στον καταδικασμό του.

 

Στην Κόρινθο το εμπόριο μα και τη ναυτιλία

Ίδρυσε, μα δεν ετίμησε και τη Φιλοξενία

Κι ο Δίας, ο προστάτης της, με το μισό του μάτι

Τον ‘ξάνυε, κι ο Σίσυφος του βάσταγε γινάτι.

 

Μία φορά σαν έκλεψε ο Δίας την Αιγίνη

Τη θυγατέρα τ’ Ασωπού, μέγας χαμός εγίνη

Γιατί την ξεμονάχιασε αντίκρυ απ’ την Αθήνα

Μέσα εις στον Σαρωνικό κοντά στη Σαλαμίνα

Στον βρόντο δεν το έκανε, δεν το ‘φηκε στην τύχη

Την πήγε και της έδειξε τι εστί αλμυρό φιστίκι.


Ο Σίσυφος υπέδειξε αυτό το ερημονήσι

Κι ο Ποταμός του χάρισε μια κρουσταλλένια βρύση

Κρήνη που γάργαρα έρεε, να πιεις νερό, νεράκι

Που ίσωνε και πότιζε ως πέρα το Λουτράκι.

 

Τον Θάνατο του στείλανε να βγάλουν απ’ τη μέση

Μα ο Σίσυφος κατάφερε να τον αλυσοδέσει

Τι έμπορος θα ήτανε; Του έκανε παζάρι…

 

Επέψαν τότε τον θεό του πόλεμου τον Άρη

Καθώς θνητοί δεν πέθαιναν, πόλεμοι δεν γινόσαν

Λευτέρωσε τον Θάνατο, τον Σίσυφο σκοτώσαν.

 

Στη σύζυγο του είχε πει, την είχε δασκαλέψει

Να τον αφήσει άταφο, να μην τον εκηδέψει

Κι έτσι ξεγέλασε ξανά τον Χάρο, προκειμένου

Να πάει και ν’ αξιωθεί τιμές του πεθαμένου

Και έζησε χρόνια πολλά κι όσα του απομένα(ν)

Γιατ’ είναι μονιμότερον προσωρινού ουδένα

Ο Θάνατος ο άφοβος να πλησιάσει δούλια

Μην τον γελάσουνε ξανά με τ’ άστρο του, την Πούλια.

 

Παππούς αξιώθη κι έγινε σαν ήταν πια γερόντι

Του γιου του Γλαύκου το παιδί τρανό Βελλερεφόντη

Που σκότωσε τη Χίμαιρα το μυθικό θηρίο

Πού ‘χε ένα φίδι για ουρά και λιονταριού κρανίο

Κι έτσι ποτέ δεν φτάνουμε στο τέλος κάθε μύθου

Όπως την πέτρα που κυλά, μαρτύριο Σισύφου

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2025

Εγκέλαδος










Όταν δονείται έντονα και σείετ’ ένα ηφαίστειο

Τον πληθυσμό τριγύρω του ευθύς αφήνει ανέστιο

 

Στη Σαντορίνη ειδικά, στο τόξο του Αιγαίου

Το λίκνο ενός πολιτισμού εχάθηκε μοιραίου

 

Μινωικό βασίλειο στης Κρήτης την κοιτίδα

Όπως εξαφανίστηκε κι η αρχαία Ατλαντίδα

 

Όμοια εγίνη κάποτε στην Κάτω Ιταλία

Σαν έσκασε ο Βεζούβιος κοντά στην Πομπηία

 

Η Αθηνά εμπάζωσε με το βουνό την Αίτνα

Τον Γίγαντα Εγκέλαδο όταν δεν την εξέχνα

 

Έλιωνε για την Αθηνά σαν το κερί, σαν μέλι

Και δεν εκαταδέχονταν ‘κείνη να μην τον θέλει

 

Και σε φυγή τον έτρεψε ως πέρα στο Παλέρμο

Τον γιο της Γαίας, τ’ Ουρανού τον φοβερό, τον έρμο


Που όταν έφτασε κοντά Σύβαρη και Κατάνια

Μέσα στην Αίτνα έθαψε τη φύση την τιτάνια

 

Καθιερώθη έκτοτε όταν η γη κουνάει

Να λέμε πως στο μνήμα του ο Εγκέλαδος γυρνάει

 

Κι όταν ακούμε βουητά και τους θορύβους κρότων

Βρυχάται, λέει, ο Εγκέλαδος εκεί που είν’ ο Κρότων

 

Όπ’ άνθισε ο ελληνισμός στην Κάτω Ιταλία

Τριγύρω απ’ το ηφαίστειο εκεί στη Σικελία

 

Που Πυθαγόρα, Εμπεδοκλή ευλόγησαν οι Μούσες

Τον Αρχιμήδη «εύρηκαν» εκεί στις Συρακούσες

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2025

Διόνυσος












Α.


Του Δία ήτονε ο γιος μαζί με τη Σεμέλη

Προστάτευγε το θέατρο, τον οίνο και τ’ αμπέλι

 

Η Ήρα όμως θέλησε να την ετιμωρήσει

Την έγκυο έξε μηνώ, και είπε τζη μια ρήση:

 

«Γοργά ντυσου, γοργ’ άλλαξε γοργά ζήτα απ’ το Δία

Μπροστά σου να εμφανιστεί με τη μορφή τη θεία

Και όρκισέ τον τόν θεό στη μάνα του τη Ρέα

Στης Στύγας το ιερό νερό μες τον χρυσό αμφορέα

(Νερά όπου εμβάπτισε η Θέτιδα κρατώντας

Από τις φτέρνες τις τρωτές τον Αχιλλέα βουτώντας

Και κουβαλεί απ’ τις πηγές ακούραστα η Ίρις)

Και μόνο τότε πάνω του το σώμα σου να γείρεις»

 

Μια το ‘πε και μια το ‘κανε κι έπιασε το κόλπο

Το δόλιο το τέχνασμα προκάλεσέ τση κόρπο

Που ο θεός δεν μπόρεσε εντέχνως ν’ αποφύγει

Κι έδειξε την αγάπη του, μα η Σεμέλη επλήγη

Και χάθηκε σαν βρέθηκε στων αστραπών το χώρο…

Μα ο Δίας περιέσωσε το έμβρυο το πρόωρο

Το πήρε και το έραψε μέσα εις το ποδάρι

Να μην το αφήσει έκθετο στην Ήρα να το πάρει

Εν τέλει εγγενήθηκε και το στείλε στη Νύσα

Στις νύμφες και τους έδειξε πώς να ποιούν τη νήσσα

Να κάνουν πως φροντίζουνε έναν αμνό στη μάντρα

Να μεγαλώξει το μωρό και να μυρίσει τ’ άντρα

 

Μπαξές ε(γ)ίνη πού ‘σπερνε το κέφι και τη χάρη

(Σαν που ‘σπερνε η Δήμητρα πάνω στη (γ)ης το στάρι)

 

Βόλτα τον Κόσμο έφερε, υδρόγεια τη σφαίρα

Στην Νάξο όμως κατέληξε για πάντα μία μέρα

 

Ο κύρης και ο άρχοντας ο Ζευς ευτής της νήσου

Την έλευση ευλόγησε του γιού του Διονύσου

 

Π’ αν κι εεννήθει δυο βολές καμμιά δεν θα πεθάνει.

Νυμφεύθηκε του Μίνωα κόρη, την Αριάδνη

 

Απ’ το Θησέα έκλεψε κι έκρυψε στη Δονούσα

Τον έρωτά τους χαίρονταν, τα ηφαίστεια δονούσα(ν)

 

Στεφανωμένος με κισσό, με του κρασού τη φλάσκα

Στο Δράμα όλοι να φορούν επέβαλλε τη μάσκα

 

Θέατρα τ’ αφιέρωσαν με σχήμα απ’ αχιβάδες

Σ’ ευτόν που τον εντάντεψαν οι νύμφες οι Υάδες

 

Στα αστρικά τις έβαλε, γι’ αυτό, ο Δίας σμήνη

Τις κουβερνάντες του υιού π’ εέννησε απ’ την κνήμη


Β.


Κει που βαρούσαν τα όργανα και στήναν παναύρια

Του Διονύσου ιερό εχτίσανε στα Ύρια

 

Τραούδουν και χορεύγανε μεσ’ σε οργίων γλέντι

Τιμώντας τον Διόνυσο της Νάξου τον αφέντη

 

Μεθούσαν υπό του κρασού επήρεια και του οίνου

Που ο Βάκχος των εδίδαξε να φτιάχνουν και να πίνου(ν)

 

Γιατί ‘τονε τόσο γλυκιά του σταφυλιού η ρώα

Που να τρυήσουν το κρασί κανένας δεν ενόα

 

Πως τα πατούνε τα τσαμπιά μέσα στα πατητήρι

Μούστο να βγάνουν να γενεί κρασί μες στο ποτήρι

 

Μες σε βαρέλια ζύμωση παθαίνει η αλκοόλη

Πριν το πιοτό σερβιριστεί να τσοι ευφράνει όλοι

 

Με των βιολιών τις δοξαριές κι αρπίσματα λαγούτου

Εθάρρειες πως επίσπευδε το βράσιμο του μούστου

 

Ήταν θερμό κι ευνοϊκό στον τόπο ευτό το κλίμα

Κι ευδοκιμούσε άκοπα τ’ αμπέλι και το κλήμα

 

Προβιές φορούσανε από - προβάτο και κριάρι

Και με κουδούνια ζώνουνταν κανονικοί μοσκάροι

 

Σε κρεβατίνα πλέκανε σαν αργαλειό τ’ αμπέλι

Καθώς με στραβοβελονιά κεντούν το αμπαδέλι


Βαρούσανε τα όργανα, φαλλοί υπερμεγέθεις

Που ήταν αποκύημα της πιο μεγάλης μέθης




Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2025

Το τραγούδι του Ορφέα





Δυο χρόνοι κιόλας πού ‘μαι ‘πα, στην άκρη του Ταινάρου

Και ψάχω τρόπο να διαβώ τ’ αρχοντικό του Χάρου

Δυο χρόνοι κιόλας πού ‘φυε ο νήλιος και η Πούλια

Και τραγουδώ ολημερίς με τα θαλασσοπούλια

 

Ποια μοίρα μου τη χρώσταγε μια τέτοια καταδίκη

Να χάσω την αγάπη μου εγώ, την Ευρυδίκη

Μια μέλισσα τη φίλησε ερωτικά στο στόμα

Και χάθη απ’ το δέρμα της των ζωντανών το χρώμα

 

Γω μουσικάντης ήμουνα και ποιητής και «μάγος»

Που γνώριζα τα βότανα που σβήνουνε το άλγος

Στης μέλισσας δεν ήβρηκα φάρμακο το δηλητήριο

Και από τότε στη ζωή περνώ ένα μαρτύριο

 

Έχασα την αγάπη μου, το άστρο και το φως μου

Την Ευρυδίκη πού ‘τονε κέντρο για εμέ του Κόσμου

Ο Σείριος, ο Αυγερινός και ο Αποσπερίτης

Τα κάλλη και την ομορφιά είχε της Αφροδίτης

 

Είχε μυαλό της Αθηνάς αλλά και τη σοφία

Συζυγικό υπόδειγμα σαν τη θεά Εστία

Της Δήμητρας τη σύνεση, την αρχοντιά απ’ την  Ήρα

Κι ήξερε και ξεδιάλεγε το στάρι απ’ την ήρα

 

Πώς μπήκες Οδυσσέα μου εκεί κάτω στον Άδη

Που βασιλεύγει ο θάνατος και το πυκνό σκοτάδι

Ίντα χοές των ίκαμες και ίντα ικεσία

Και σου επιτρέψανε να δεις τον μάντη Τειρεσία;

 

Τη μάνα σου Αντίκλεια που ‘γάπας και σεβόσου(ν)

Και πέθαν’ από μαρασμό που ‘δε πως δεν στρεφόσου(ν)

Δείξε μου πώς να κατεβώ για να τη φέρω πάνω

Αυτό μονάχα σου ζητώ κι απέκιο ας πεθάνω

 

Είχε τα μακριά μαλλιά που φτάναν στην ωλένη

Και αύρα άπου θύμιζε της Σπάρτης την Ελένη

Δυο θόλους εις τον θώρακα, δυο αστεροσκοπεία

Πρόσωπο που το σμίλεψε το χέρι του Φειδία

 

Μάτια μεγάλα κι έξυπνα που θάρριες σου μιλούσα(ν)

Του έρωτα ήταν μύστιδα και της αγάπης μούσα

Κατείχε και παράστημα με όμορφες καμπύλες

Που κρύβγανε περίτεχνα της ηδονής τις πύλες

 

Όταν σου γλυκοτραουδώ θαρρώ πως ζωντανεύγεις

Μα σαν γυρίσω να σε δω ξανά μακριά μου φεύγεις

Όταν σου γλυκοτραγουδώ και όταν στρέψω βλέμμα

Το είδωλό σου αναπολώ δίχως στις φλέβες αίμα

 

Να συγκινήσω ήθελα μ’ ευτό την Περσεφόνη

Μήπως σε φέρει να σε δω στου Άδη το μπαλκόνι

Μήπως σε φέρει να μου πει «πάρ’ τηνα απ’ το χέρι»

Ή να σε έφερνε μαζί της κάθα καλοκαίρι


Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2025

Προμηθέας














Ο Άτλαντας που κουβαλά τον ουρανό στη ράχη

Σαν τιμωρία έφερε απ’ τη μεγάλη μάχη

Τον πόλεμο ανάμεσα στον Δία και τον Κρόνο

Τιτάνων έναντι θεών, πόλεμος δέκα χρόνω(ν)

 

Τρία αδέλφια ήτονε κι οι τρεις καλοβαλμένοι

Γιοι του Τιτάνα Ιαπετού μαζί με την Κλυμένη

Στη μάχ’ όμως δεν έλαβε μέρος ο Προμηθέας

(Δεύτερος ήταν στη σειρά), μήτ’ ο Επιμηθέας

Γι’ αυτό ο Δίας ζήτησε στους δυο και κατανείμαν

Όπλα της επιβίωσης των όντων μεσ’ στο Σύμπαν

Άλλο το κάναν να πετά κι άλλο γοργά να τρέχει

Άλλο δεινό κολυμπιστή ή δόντια να κατέχει.

 

Σαν η ήρθε η ώρα η στερνή να δώσουν στους ανθρώπους

Δεν είχε μείνει τίποτα, ήπρεπε να βρουν τρόπους

Έψαχνε κάτι για να βρει ο Προμηθέας να δώσει

Στο γένος το ανθρώπινο για να επιβιώσει.

 

Τον Προμηθέα είπανε τον πρώτο επαναστάτη

Που τη φωθιά την έκλεψε από ‘να φανοστάτη

Φωθιά πού ‘ταν προνόμιο για των θεών την κάστα

Και τη φυλούσαν σαν χρυσό στου Όλυμπου τα κάστρα

Εις τους θνητούς εδώρισε τη φλόγα της παιδείας

Και ήταν λόγος σοβαρός για να θυμώσει ο Δίας

Γιατί δε ήθελε οι θνητοί πράγματα να γνωρίζουν

Πειθήνιους τους θέλουνε την τύχη τους να ορίζουν.

 

Του Δία ήταν πρόθεση το γένος ν’ αφανίσει

Τη φλόγα τους την άσβεστη με μια βροχή να σβήσει

Μα ο Προμηθέας δίδαξε στον γιο του, Δευκαλίων

Την τέχνη της μηχανικής ναυπήγησης των πλοίων

Έχτισε εκείνος κιβωτό με μήκος και με εύρος

Για να χωρέσει άνετα του κάθα είδους ζεύγος

Ενοίξανε οι ουρανοί και γίνηκε πλημμύρα

Κατακλυσμός ασύλληπτος, η πιο κακιά η μοίρα

Σαράντα δυο μερόνυχτα βροχές που δεν κοπάσαν

Τη Γη οι πέντε θάλασσες ολάκερη σκεπάσαν.

 

Σαν τα νερά στεγνώσανε, σαν τα νερά σωθήκαν

Ο Δίας αντιλήφθηκε πως οι θνητοί σωθήκαν

Σταγόνα που ξεχείλισε του Δία το ποτήριο

Και τους θεούς συγκάλεσε κριτές στο δικαστήριο

Τον Προμηθέα αυστηρά βρεθήκαν να δικάσου(ν)

Εξόριστο τον έστειλαν στο όρος του Καυκάσου

Ο Ήφαιστος τον έδεσε σε βράχο μ’ αλυσίδα

Κι ας ήτονε Τιτάνα γιος με μια Ωκεανίδα

Ένας αετός περήφανος περνούσε κάθα μήνα

Και τού ‘τρωε τα σωθικά, συκώτι και τη σπλήνα

Μ’ αυτά ξαναεννιόντουσαν όπως και το φεγγάρι

Πανσέληνος σαν γίνεται ολάκερο φανάρι

Να φέγγει μες στις νύχτες μας πηγές των σπουδαγμάτων

Τους νόμους και τα γράμματα των θεϊκών πραγμάτων.

 

Ο Ηρακλής που πέρναγε τυχαία απ’ τα μέρη

Κι έμαθε για το δράμα του και από πρώτο χέρι

(Στους κήπους κατευθύνονταν, Χώρας των Εσπερίδων)

Απ’ τ’ άλυτα τον έλυσε δεσμά των αλυσίδων

Εν συνεχεία σκότωσε τον αετό, τον γύπα

Που της πληγής δεν άφηνε να ιαθεί η τρύπα.

 

Ο Προμηθέας θέλησε να τον ευχαριστήσει

Σαν τόλμησε τις θεϊκές βουλές να αψηφίσει

Κι έτσι για να βρει τα χρυσά, βοήθησε, τα μήλα

Που δράκοντας ακοίμιστος προσεκτικά τα φύλα.

 

Όμως στους Κήπους ο Ηρακλής έμελλε ν’ απαντήσει

Τον Άτλα που τον ρώτησε κι ήπρεπε ν’ απαντήσει:

"Μην κάνεις έτσι άρχοντα άκου εμέ που ξέρω

Εγώ θα μπω, εγώ θα βγω τα μήλα να σου φέρω

Μον’ έλα λίγο κράτα μου τον ουρανό με τ’ άστρα"

Και πήγε και τον κράτησε με δύναμη και πάστρα

Μα ο Άτλας γνώμη άλλαξε κι άλλη του λέει ρήση

"βλέπω μεγάλα μούσκουλα που κάνουν για τη χρήση…"

 

Ο Ηρακλής κατάλαβε του Άτλα το παιχνίδι

Και το μυαλό του έκοψε ξουράφι και λεπίδι:

 

"Αν είχα τέτοια δύναμη σαν του θεού του Άρη

Χάρη δεν θα σου ζήταγα να βάλω μαξιλάρι

Μον' έλα κράτα μια στιγμή να πάω να το φέρω

Γιατί αλλιώς παντοτινά εγώ θα υποφέρω"

Και πήγε και τον κράτησε στα μαρμαρένια αλώνια

Στον Ηρακλή τον ήρωα επέδειξε συμπόνοια...

 

Πώς θά ‘θελα να κάτεχα το φεγγαρίσιο σπλάχνο

Επαναστάτης νά 'μουνα τη μοίρα να αδράχνω

Ή έστω σαν τον Ηρακλή, στης Αρετής τον δρόμο

Να σήκωνα για μια στιγμή τον ουρανό στον ώμο.







Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

Η θεά Δήμητρα












Α.

Η Δήμητρα, στις απαρχές της πρώτης κοινωνίας

Στην ανθρωπότη εδίδαξε την Τέχνη της γεωργίας

 

Τους έμαθε με το υνί πώς να ξανοίγουν ρείθρα

Να οργώνουν, να ποτίζουνε τούτης της γης τη μήτρα

 

Να σπέρνουν μ’ εγκαρτέρηση, να δρέπουν, να θερίζουν

Όπως Έρως και Χάροντας την ύπαρξη ορίζουν

 

Από τον σπόρο του σταχιού φρόντισε να εφεύρει

Πως με του μύλου το άλεσμα παράγεται τ’ αλεύρι

 

Μύλο που κίνα η δύναμη του Αιόλου ο αγέρας

Όπως ωθεί και τα σκαριά στων θαλασσών το πέρας

 

Με το νερό τους έμαθε της ζύμης την ουσία

Και να την ψήνουν στη φωτιά επάνω απ’ την εστία

 

Έτσι παρήχθη το ψωμί γενιές για να σιτίζει

Ευλογημένο αγαθό ποτέ να μην σπανίζει

 


 

Β.

Μια θυγατέρα απέκτησε κόρη μοναχοκόρη

Του νήλιου φως δεν έβλεπε, κανείς δεν την εθώρρει

 

Την έλουζε, τη χτένιζε στο φως απ’ τη Σελήνη

Μα ο Χάρος ερωτεύτηκε την ομορφιά εκείνη

 

Γιατ’ ήτονε πεντάμορφη κόρη η Περσεφόνη

Κλεισμένη όμως στην κάμαρη ένιωθε τόσο μόνη

 

Ώσπου μιαν άραχνη βραδιά, νύχτα χωρίς φεγγάρι

Ενέδωσε στον έρωτα του μαύρου καβαλάρη

 

Πίσω του την εκάθισε στη σέλα του αλόγου

Τον έρωτα να ζήσουνε μακριά του παραλόγου

 

Θύμωσ’ η Δήμητρα μ’ ευτό πού ‘καμε ο αδερφός της

Όταν την κόρη τσ’ ήπηρε, το άστρο και το φως της

 

Τον Πλούτωνα τον βασιλιά εγύρεψε, τον Χάρο

Τον Κέρβερο προσπέρασε στην πύλη των Μακάρω(ν)

 

Η Περσεφόνη πρόλαβε εκείνη να μιλήσει

Και με το θηλυκό μυαλό τους έδωσε τη λύση

 

Επρότεινε να βρίσκεται και τήρησε ως τάμα

Μισή χρονιά στον άντρα της, μισή πάνω στην μάνα

 

Γιατ’ ειν’ της κόρης η φυγή που φθίνει την οπώρα

Δεν είν’ του Ήλιου πρόβλημα σαν φέγγει λίγη ώρα

 

Μα και η ευδοκίμηση όλης της γης, το θέρος

Ευθύνη έχει δι’ αυτό της Δήμητρας ο έρως

 

Γιατί γυρνά η κόρη της ξανά στο φως της μέρας

Και ευλογούνται τα σπαρτά μοσχοβολά ο αέρας

 


 

Γ.

Έναν ναό ανέγειραν για να την ετιμήσου(ν)

Μέσ’ στις Κυκλάδες, κεντρικά της πιο μεγάλης νήσου

 

Στη Νάξο πού ‘χε απόθεμα του πιο εκλεκτού μαρμάρου

Σμιλέψαν πρωτομάστορες της Τήνου και της Πάρου

 

Στο Νότο τον εστρέψανε ο νήλιος να φωτίσει

Καθ’ όλη την πορεία του απ΄ την αυγή ως τη δύση

 

Δεν τον εχτίσαν με σκαλιά ψηλά πάνω σε δώμα

Θέλαν στη γη να ακουμπά και να πατά στο χώμα

 

Καμπυλωτής μηχανικής και με λιτή ζωφόρο,

Με κίονες ιωνικούς σα δέντρο οπωροφόρο

 

Τον κάμανε τετράγωνο και όχι επιμήκη

Κι έχει τον Spica δεξιά, ζερβά έχει τη Φοινίκη

 

Κι έτσι εσυμβολίσανε την Περσεφόνη νά ‘χει

Στο ένα χέρι φοίνικα και στ’ άλλο ένα στάχυ

 

Τετραγωνίστηκε λοιπόν ο κύκλος ο ετήσιος

Μ’ ένα ναό καμπυλωτό π’ όμως φαντάζει ίσιος