Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2018

Ανάβαση στη Φαναριώτισσα

«Θόδωρος*, έτσι; Όχι Θεόδωρος. Μη σου ξεφύγει γιατί θα νευριάσει». Ήταν η τελευταία συμβουλή που έδωσε ο Μιχάλης, ο αγαπημένος του μαθητής, στην Κατερίνα η οποία θα παρουσίαζε τον ομιλούντα της εκδήλωσης και τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς. Είχε προσκαλέσει το δάσκαλό του σε διεύθυνση και σύνθεση, στο χωριό του όπου παραθέριζε τα καλοκαίρια και με την ευκαιρία είχε προτείνει στον Πολιτιστικό Σύλλογο να κάνει μια ομιλία για τη μουσική στο Πολιτιστικό Κέντρο του χωριού. Εκείνοι το θεώρησαν μεγάλη τιμή ένας διεθνούς φήμης συνθέτης να μιλήσει στο χωριό τους.
 
Μαέστρο τον φώναζε υπό φυσιολογικές συνθήκες, όχι επειδή καταβάθος ήταν και μαέστρος αλλά ως τον ανώτερο τίτλο τιμής που χρησιμοποιούν διεθνώς για ένα άτομο καταξιωμένο στο χώρο των τεχνών. Σε μια εκδήλωση όμως όπως αυτή, σε ένα ορεινό χωριό της Νάξου, όσο και αν έχει βγάλει σπουδαίους καθηγητές, ποιητές και πολιτικούς ήταν απαραίτητες και οι τυπικές συστάσεις. Οπότε έπρεπε να τον προσφωνήσουν. Παρόλο το δασκάλεμα πριν την έναρξη της εκδήλωσης, με έκπληξη ακούσαμε την Κατερίνα να τον αποκαλεί τελικά, Θεόδωρο.

Ο Μιχάλης άφρισε από το κακό του. «Μα είναι δυνατόν, τόσες φορές της το είπα. Θόδωρος όχι Θεόδωρος». Ο Μαέστρος φυσικά δεν νευρίασε, απλά γέλασε χαριτωμένα και ξεκίνησε την ομιλία του. Ίσως στην Κατερίνα, η οποία ήταν καταξιωμένη φιλόλογος, να μην ταίριαζε το εκλαϊκευμένο Θόδωρος στο ανάστημα του ανδρός που είχε δίπλα της και προσφωνούσε. Ανάστημα, όχι μπόι. Αυτό που αρχίζει από το μέτωπο και πάνω. Εξάλλου για εκείνη ήταν τόσο σαφές Θεόδωρος, το δώρο του Θεού.

Πιθανότατα ο Μαέστρος να προσπαθούσε να ξορκίσει το Θεό από μέσα του γιατί πάντα πίστευε στις δυνατότητες που κατακτά κανείς με την αδιάκοπη εργασία και τη σκληρή δουλειά. Το ταλέντο είναι ένα ελάχιστο ποσοστό της επιτυχίας και η τύχη άλλο ένα ελάχιστο. Η αγόγγυστη δουλειά είναι αυτή που θα σε ανταμείψει τελικά. Και αυτό το αποδείκνυε και το μεταλαμπάδευε εμπράκτως σε όλους όσους έμπαιναν στην ατμόσφαιρά του σε όλους όσους επηρεάζονταν από το βαρυτικό του πεδίο, καθημερινά με τη δική του στάση ζωής. Χρόνια αργότερα διαπίστωσα ότι στην Αμερική, σε αντίθεση με την Ελλάδα, όλοι τον αποκαλούσαν Θίοντορ (Theodore). Εκεί βέβαια δεν υπήρχε η δυνατότητα να καταλάβουν την ετυμολογία, ίσως. Είτε πάλι να βαριόταν να το αλλάξει αφού έτσι τον κατέγραφαν τα κρατικά έγγραφα.

Η ομιλία ήταν υψηλού επιπέδου. Ισάξια με τις ομιλίες εμπρός σε πιο εξειδικευμένο κοινό, που αργότερα μου δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσω στην Αθήνα αλλά και στο Πανεπιστήμιο Harvard στη Βοστόνη. Σε κανένα σημείο δεν έβαλε νερό στο κρασί του, σε κανένα σημείο δεν εκλαΐκευσε κάποιο μουσικό όρο για να γίνει κατανοητός, όπως εκλαΐκευε το όνομά του. Κι αυτό ήταν ένα σημείο που του αναγνωρίστηκε μετά το πέρας της ομιλίας, που τους αντιμετώπισε δηλαδή σαν ισάξιούς του, που δεν υποτίμησε καθόλου το κοινό του, ακόμα κι αν ανάμεσα τους έβλεπες μικρά παιδιά και γιαγιάδες του χωριού.

«Ξέρεις, στο μαέστρο αρέσει το περπάτημα», μου είπε το επόμενο μεσημέρι ο Μιχάλης και του πρότεινα να τον ανεβάσουμε στη Φαναριώτισσα, το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής που βρίσκεται στην κορυφή του βουνού Φανάρι στην πλαγιά του οποίου είναι χτισμένη η Απείρανθος, το εν λόγω χωριό. Ο μοναδικός μου φόβος ήταν μήπως κουραστεί γιατί ήταν κάποιας ηλικίας και τότε τα είχε τα κιλάκια του. Όταν του δείξαμε την κορυφή με το εκκλησάκι εκείνος ενθουσιάστηκε και ξεκινήσαμε ακάθεκτοι. Στο δρόμο χαιρετούσε όλες τις γερόντισσες που κάθονταν στα κατώφλια των σπιτιών τους, κι εκείνες τον «έφτυναν» για το σφρίγος, τη ζωντάνια, τον παλμό με τον οποίο πετούσε (δεν περπατούσε) στα ανηφορικά καλντερίμια του χωριού.

Πολύ σύντομα είχαμε βγει στο βουνό στο ψηλότερο σημείο του χωριού. Ακόμα κι αυτό για όποιον ξέρει το μέρος, ήταν ένα κατόρθωμα. Όμως ο Μαέστρος συνέχιζε απτόητος. Βρήκαμε το μονοπάτι κι εμείς το μόνο που κάναμε ήταν να τον ακολουθούμε στην πορεία προς την κορυφή. Μόνο κάποιες φορές σταματούσε απότομα, και η αδράνεια της κίνησης μας έκανε να τον προσπερνάμε προσωρινά, όχι γιατί κουράζονταν και ήθελα να πάρει ανάσα, αλλά γιατί πάντα έτσι έκανε στους περιπάτους, ακόμα κι όταν ο δρόμος ήταν ίσιος, όταν ήθελε να εξηγήσει κάτι πάνω στο θέμα για το οποίο μιλούσε. Διότι σε όλη τη διαδρομή μιλούσε. Σε όλη τη διαδρομή προς την κορυφή έδινε συγχρόνως μια δεύτερη ομιλία.

Μας μίλησε για τη ζωή, για τη φύση, για την ομορφιά, για την αγάπη, για τον έρωτα, για τη γυναίκα, για το ταλέντο, για τη δουλειά, για τον ύπνο, για το φαγητό, για το θάνατο. Μας μίλησε για τους βίους των Αγίων του, τον Μπερνστάιν, το Δημήτρη Μητρόπουλο που τόσο αγαπούσε να ανεβαίνει στα βουνά, το Σκαλκώτα, την Κάλλας, το Γιάννη Χρήστου, το Χατζιδάκι, τον Ιάννη Ξενάκη (στο χωριό μας όλους τους Γιάννηδες, Ιάννηδες τους λένε του είπαμε). Μας μίλησε για τη μουσική και την Τέχνη, για την πρωτοπορία, για τις καινοτομίες, για την Αμερική, για την Αρχαία Τραγωδία. Όταν του αναφέραμε ότι το βουνό Φανάρι όπου ανεβαίνουμε η ετυμολογία είναι από τον Πάνα και τον Άρη και για τα Διονυσιακά έθιμα του χωριού καθώς και την Απολλώνια κληρονομιά που αντικατοπτρίζεται στην Πορτάρα, μας μίλησε για τους Δώδεκα Θεούς, για τη φιλοσοφία του Νίτσε που θέλει όλα τα μεγάλα δημιουργήματα της Τέχνης να προκύπτουν από τη ζεύξη των δύο θεών του Απόλλωνα και του Διόνυσου.

Όταν αισίως φτάσαμε στην κορυφή η ευτυχία, η λύτρωση και ο εξαγνισμός ήταν οι ιδιαίτερες εκείνες αισθήσεις που όλοι νοιώθαμε από κοινού. Η θέα ήταν υπέροχη βλέποντας τα νησιά τη Μύκονο και την Απολλώνια Δήλο βορειοδυτικά, την Ικαριά βορειοανατολικά, τη Δονούσα και τις απόκοσμες Νήσους των Μακάρων που αναφέρει ο Πλάτωνας ως πύλες του Κάτω Κόσμου ανατολικά, την Πάρο δυτικά την Αμοργό του Γκάτσου και τις Μικρές Κυκλάδες Νοτιοανατολικά, Κέρο, Κουφονήσια, Ηρακλειά, Σχοινούσα, και τέλος την Ίο και τη Σίκινο Νοτιοδυτικά. Όλα τα νησιά αγάλματα του Ελύτη.

Είδαμε επίσης τα κατσίκια στις πλαγιές του όρους Ζας (από το Ζευς-Δίας του εξηγήσαμε), και μας είπε για τη Συμφωνία του Διός του Μότσαρτ. Είδαμε τους άγριους γυπαετούς να πετάνε ένα μόλις κεφάλι ψηλότερα από εμάς, τους περήφανους βοσκούς να μας κοιτάνε καχύποπτα αλλά και προστατευτικά παίζοντας το σουραύλι τους, τα διάσπαρτα βυζαντινά ξωκκλήσια σαν διάσπαρτα μελίσσια να αποπνέουν βυζαντινούς ήχους αιώνων, τους πέτρινους ανεμόμυλους, τον εναέριο σιδηρόδρομο που μετέφερε το σμυρίγλι από τα ορυχεία της σμύριδας και τέλος τις αναβαθμίδες που είχαν σμιλέψει οι γεωργοί για να καλλιεργούν τη γη στις πλαγιές των βουνών. Γευτήκαμε εκεί ψηλά όλη την πορεία που θα έλεγε ο Καβάφης στον πηγαιμό για την Ιθάκη και όλα τα έργα των Θεών και των Ανθρώπων.

Ανοίξαμε προσεχτικά την πόρτα και της μικρής εκκλησίας, της αφιερωμένης στη Ζωοδόχο Πηγή. Καθαρίσαμε λίγο τις σκόνες και τα χώματα που είχαν μπει από τον αέρα και ανάψαμε το καντήλι το σβηστό. Έπειτα πιάσαμε το σκοινί και βαρέσαμε την καμπάνα να μας ακούσει όλη η Νάξος.
Ο Μαέστρος είχε τόσο συγκινηθεί που κάλεσε από το κινητό του το γιο του στην Αμερική για να μοιραστεί και μαζί του τη χαρά. «Γουλιαμάκο μου είμαι στην κορυφή ενός ψηλού βουνού», είπε ατενίζοντας τη θάλασσα με τους γλάρους, κι εκείνη δεν άντεξε και ξεχείλισε μέσα από τα μάτια του.

Αυτή η πορεία στο βουνό αντιπροσωπεύει όλη τη ζωή του και τη δημιουργία του. Όλη τη ζωή μας. Τη ζωή όλων οι οποίοι βρέθηκαν λιγότερο ή περισσότερο κοντά του. 

Κάθε καλοκαίρι, εκεί γύρω στο Δεκαπενταύγουστο το καντήλι της Φαναριώτισσας θα είναι αναμμένο για εκείνον. Για εκείνον που ξόρκισε το Θεό από το όνομά του. Για εκείνον που βελτίωσε τη φιλοσοφία του Νίτσε προσθέτοντας δίπλα στον Απόλλωνα και το Διόνυσο, τον εργάτη θεό τον Ήφαιστο. Θα καίει κάθε Δεκαπενταύγουστο, για το Μαέστρο μας. Θα καίει για το Θόδωρο**…

*Θόδωρος Αντωνίου (10/02/1935-26/12/2018)***
**Η πρώτη λέξη και η τελευταία
*** Την Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019 εμπρός στη θάλασσα σταθήκαμε όρθιοι. Γιατί μόνο έτσι της αρμόζει. Στη στάση του Αιγέα, με την παλάμη στο μέτωπο κοιτώντας τη βάρκα με το γλάρο. Μόνο που η στάση αυτή δεν ήταν για να κάνει σκιάδι από τον ήλιο, μήτε για να κρύψει τα μάτια μας στη θέα του πανιού. Η στάση αυτή, όρθιοι εμπρός στη θάλασσα, με την παλάμη στο μέτωπο εκείνη την Κυριακή, ήταν ο ύστατος χαιρετισμός...



Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Η δύναμη του Πεπρωμένου

La Forza del Destino - Overture

Με παρακίνησε να γράψω δυο λόγια για τη δημοφιλή εισαγωγή στην όπερα, «Η δύναμη του πεπρωμένου» του Βέρντι, η σκέψη να τη συσχετίσω με ένα άλλο μεγάλο έργο για το πεπρωμένο, την 5η συμφωνία του Μπετόβεν και με το γενικότερο έργο του Μπετόβεν, καταδεικνύοντας έτσι την επιρροή του γερμανικού πνεύματος στην Ιταλική όπερα. Είναι γνωστό ότι μεγάλοι μουσικολόγοι και μελετητές της μουσικής του Μπετόβεν, έχουν δώσει το προσωνύμιο «του πεπρωμένου» (ή «της μοίρας») στη συμφωνία αυτή, λόγω των τεσσάρων νοτών της έναρξης, οι οποίες μοιάζουν σαν το χτύπημα της πόρτας από τη μοίρα.
Είναι επίσης ευρέως γνωστό ότι πάνω σ’ αυτές τις τέσσερις νότες της έναρξης, χτίζεται ολόκληρο το πρώτο μέρος της συμφωνίας, και όχι μόνο. Η πρώτη παρατήρηση που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι με αυτό το μοτίβο και μόνο, που στην Ιταλική όπερα χρησιμεύει μόνο για τη συνοδεία του bel canto,
και χωρίς κανένα άλλο μελωδικό στοιχείο, ο Μπετόβεν συνθέτει αυτό το πρώτο μέρος της συμφωνίας του.
Ακόμα και όταν εισάγεται το δεύτερο μελωδικό θέμα της φόρμας στη σχετική μείζονα τονικότητα, το μοτίβο του πεπρωμένου, πεισματικά μένει εκεί στις χαμηλές συχνότητες να μεταδίδει τη δική του ένταση.

Αντίστοιχα, στην εισαγωγή της όπερας του Βέρντι, η έναρξη γίνεται με τρία Μι, εις διπλούν, από τα χάλκινα της ορχήστρας (Ε). Η γενική παύση που ακολουθεί τα τρία Μι πρέπει να έχει τη βαρύτητα καταληκτικής νότας μέσα στη σιωπή. Ακόμα και η διάρκεια της κορόνας στην παύση εξισώνεται με τη διάρκεια της κορόνας στην τέταρτη νότα της 5ης.

Ακολουθεί το θέμα του «πεπρωμένου»,

το οποίο είναι και σ’ αυτήν την περίπτωση όπως και στη συμφωνία του Μπετόβεν, τρία δέκατα-έκτα  που οδηγούν στο επόμενο μέτρο. Η ομοιότητα με το θέμα του Μπετόβεν είναι εμφανής. Η διαφορά είναι ότι εδώ έχουν ανοδική πορεία. Αυτό ακριβώς το θέμα (μοτίβο) θα υπογραμμίσει σε ολόκληρη την εισαγωγή και όλα τα επόμενα θέματα της όπερα που θα εμφανιστούν όπως ακριβώς γίνεται και στην 5η.
Το οκτάμετρο με τα Μι της έναρξης επανέρχεται για να μας οδηγήσει στο δεύτερο θέμα που εκτίθεται στην εισαγωγή,


συνοδευόμενο όπως και στο 2ο θέμα της συμφωνίας του Μπετόβεν, από το θέμα του πεπρωμένου σε χαμηλή τονική περιοχή. Η ομοιότητα ως προς τη δομή και την υφή με το δεύτερο θέμα της 5ης είναι επίσης προφανής.

Στη συνέχεια ο Βέρντι εκθέτει δύο ακόμα θέματα, το 3ο όπου το θέμα του πεπρωμένου δίνει και πάλι το παρών στις χαμηλές συχνότητες των βαθύφωνων οργάνων,

κι έπειτα από ένα επεισόδιο επεξεργασίας του θέματος του πεπρωμένου

ακολουθεί και το 4ο στο κλαρινέτο, με την έντονη παρουσία της άρπας σε συνοδευτικό ρόλο.

Ξαναπαρεμβάλεται επεισόδιο επεξεργασίας όπου το θέμα του πεπρωμένου κυριαρχεί σε πολύπλοκα αντιστικτικά επεισόδια.

Ανάμεσα σε αυτά τα επεισόδια

εισάγεται ένα ακόμα θέμα.

Αυτό το εμφανίζει ο Βέρντι σε μορφή choral από τα χάλκινα, με την έντονη υπογράμμιση, ξανά, στις καταλήξεις των φράσεων από το μοτίβο του πεπρωμένου. Δεν μπορώ να μην αναφέρω την εμφανή ομοιότητα αυτού του θέματος με το θέμα από την «Ωδή στη Χαρά» της 9ης συμφωνίας του Μπετόβεν.

Και με αφορμή αυτήν την παρατήρηση αξίζει να πούμε ότι στην όπερα εμπεριέχεται σκηνή από το έργο του Φρίντριχ Σίλερ, «Το στρατόπεδο του Βαλλενστάιν», του Γερμανού ποιητή δηλαδή που έχει γράψει και την «Ωδή στη Χαρά» της 9ης του Μπετόβεν.
Στη συνέχεια επανεκτίθεται πολύ διακριτικά στα ξύλινα  το 4ο θέμα, 


μόνο που τώρα εισάγεται στα βιολιά μια νέα μελωδική κίνηση σε τρίηχα, ιδιαίτερης δυσκολίας, παραλλαγή θα μπορούσε κανείς να πει του 4ου θέματος. Η εισαγωγή κλείνει με τη μεγαλοπρεπή Coda όπου ψήγματα από το θέμα του πεπρωμένου δημιουργούν δεξιοτεχνικά περάσματα στα έγχορδα.

Αξίζει να σημειώσουμε, κλείνοντας ότι η ηρωίδα της όπερας λέγεται όπως έχουμε ήδη αναφέρει Λεονόρα, όπως και την ηρωίδα του Μπετόβεν στη μοναδική του όπερα Φιντέλιο και ότι και στις δύο όπερες η Λεονόρα μεταμφιέζεται σε άντρα για να μην την αναγνωρίσουν.

Τα θέματα συνοπτικά

Το θέμα του πεπρωμένου (π):

Το θέμα του ξεκαθαρίσματος των λογαριασμών από το ντουέτο του Κάρλο με τον Άλβαρο στην 4η πράξη (α):

Το θέμα από την άρια της Λεονόρας στην πράξη (β):

Το θέμα της Λεονόρας από το ντουέτο με τον πάτερ Γκουαρντιάνο στην 2η πράξη (γ):

Το θέμα του Γκουαρντιάνο από το ίδιο ντουέτο σε μορφή choral (δ):

Το θέμα του πεπρωμένου εμφανίζεται σαν υπογράμμιση σε όλα τα επόμενα θέματα εκτός από το 4ο και στο παρακάτω κεφάλαιο, φαίνεται και ο ελαφρύς μετασχηματισμός του σε κάθε περίπτωση. Επίσης είναι το μόνο στην ουσία που αναπτύσεται και επεξεργάζεται από το συνθέτη στα επεισόδια (π1, π2, π3 και Coda) που παρεμβάλονται στις παρουσιάσεις των επιμέρους θεμάτων και στην καταληκτική Coda.
Το 2ο θέμα επανεκτίθεται στην ίδια τονικότητα με την αρχική (α΄), σε μια μικρή γέφυρα που μας εισάγει στο 4ο θέμα (γ).

Μια κατιούσα κλίμακα στα βιολιά οδηγεί στην επανέκθεση του 3ου θέματος (β΄), στα μέτρα 200-205, ξανά σε μια μικρή γέφυρα πριν περάσουμε στην εκτεταμένη επανέκθεση του 4ου θέματος σε μορφή παραλλαγής-variation (γ΄).

Το 4ο θέμα επανεκτίθεται στην ίδια τονικότητα με την αρχική, διακριτικά στα ξύλινα, ενώ παράλληλα τα έγχορδα εκτελούν παραλλαγή του ιδίου θέματος σε τρίηχα.

Τέλος το 5ο θέμα είναι το μόνο που δεν επανεκτίθεται (δ).

Διάγραμμα δομής

Ε-π-Ε-α(π)-β(π)-π1-α΄-γ-π2-δ(π)-π3-β΄-γ΄-CODA

Το θέμα του πεπρωμένου

Οι πέντε διαφορετικοί τρόποι που εμφανίζεται το μοτίβο του «πεπρωμένου», αναγόμενο σε κοινή ένδειξη μέτρου και τόνο.

Στην έναρξη μέτρα 9-42 καθώς και σαν συνοδεία του 3ου θέματος μέτρα 68-82.

Σαν συνοδεία στο 2ο θέμα μέτρα 51-66. Η διαφορά είναι στην κατάληξη όπου εδώ είναι δίηχο και ότι δε μεσολαβεί η παύση του δεκάτου-έκτου

Στη 2η επεξεργασία, μέτρα 140-199 και κυριότερα και ολοκληρωμένα στα μέτρα 162-167 καθώς και στα μέτρα 182-191.

Σαν συνοδεία στην επανέκθεση του 4ου θέματος, μέτρα 206-224.

Σαν συνοδεία του 5ου θέματος μέτρα 168- 181.

Στην επεξεργασία και συγκεκριμένα στα μέτρα 158-162 σε μεγέθυνση.

Στην 1η επεξεργασία, μέτρα 83-116 και πιο συγκεκριμένα στα μέτρα 83-94 στα τύμπανα σε σμίκρυνση.

Τέλος, τα τρία ουνίσονο Μι, στα οκτώ πρώτα εισαγωγικά μέτρα και στα μέτρα 43-50 είναι επίσης το μοτίβο του πεπρωμένου στην πρωταρχική «εμβρυακή» μορφή.



Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Βίοι Παράλληλοι

[Αξιότιμε Μαέστρο,

Λαμβάνω το θάρρος να σας γράψω, για να εκφράσω τον ειλικρινή θαυμασμό μου, συνολικά για το έργο σας, αναφερόμενος στην επαναστατική σας Eroica καθώς και την 5η συμφωνία σας, και ειδικότερα για το έργο σας «Τα ερείπια των Αθηνών», το οποίο είχα την τύχη να παρακολουθήσω την πρώτη του παρουσίαση.
Η ανιδιοτελής σας στήριξη στον επαναστατημένο Γαλλικό λαό, για δημοκρατία και εγκαθίδρυση νόμων υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα πλαίσια των αρχών του Διαφωτισμού κι επιπλέον η επιστημονική σας προσέγγιση μέσω της μουσικής, στον κόσμο της ύλης των ουρανίων σωμάτων, σύμφωνα με τις αρχές του Πυθαγόρα, και της σύστασης της ύλης σύμφωνα με το Δημόκριτο, είναι στοιχεία που καταδεικνύουν το υψηλότατο και διαυγές σας πνεύμα και που καθιστά την τέχνη σας και το έργο σας οικουμενικό.
Η συγκίνηση όμως που μου προκάλεσε η παρακολούθηση των "Ερειπίων των Αθηνών", δεν μπορούσε να κρυφτεί, από τους δασκάλους μου και τους συμμαθητές μου, καθώς είχαμε βρεθεί στην Πέστη στα πλαίσια εκπαιδευτικής εκδρομής με το γυμνάσιο της Κρεμόνας όπου φοιτώ, αφού εκεί φάνηκε πλέον ξεκάθαρα και η εστιασμένη σας συμπαράσταση στον Ελληνικό λαό και στις ζυμώσεις που γίνονται για να απελευθερωθεί από το ζυγό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ένας ειλικρινής θαυμαστής του πνεύματος σας]*

*(μετάφραση από τα Ιταλικά)



Μια τέτοια επιστολή θαυμασμού θα είχε λάβει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1812 ο Λουδοβίκος Βαν Μπετόβεν, στον απόηχο της πρώτης παρουσίασης του έργου του «Τα ερείπια των Αθηνών», από έναν Ελληνικής καταγωγής μαθητή του γυμνασίου της Κρεμόνας, που έτυχε να παραβρίσκεται σε εκπαιδευτική εκδρομή στην Πέστη την ημέρα της πρώτης παρουσίασης. Ο Μπετόβεν δεν θα είχε δείξει ιδιαίτερο ζήλο για να απαντήσει, όμως το Ελληνικό όνομα του υπογράφοντα και τα φλογερά του λόγια δεν τον είχαν αφήσει διόλου αδιάφορο.
Διότι, δώδεκα περίπου χρόνια αργότερα και ενώ θα κοιτούσε τα δημοσιεύματα που αφορούσαν κριτικές για την πρεμιέρα της περίφημης Ενάτης του συμφωνίας, την προσοχή του σίγουρα θα τράβηξε μία στήλη που παρουσίαζε ένα ποίημα, το οποίο εξυμνούσε τον αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων κατά των Οθωμανών. Το ποίημα φέρεται να είχε κάνει τρομακτική εντύπωση στο Μαέστρο, αφού παραμέλησε όλες τις κριτικές που τον αφορούσαν και επιδόθηκε στη μελέτη του στίχο προς στίχο. Έπειτα, μάλιστα, από αρκετή ώρα μελέτης, θα σηκώθηκε και θα πήγε στο αρχείο της αλληλογραφίας του να ξετρυπώσει το γράμμα του νεαρού μαθητή του γυμνασίου της Κρεμόνας, που είχε παρακολουθήσει την πρεμιέρα των «Ερειπίων των Αθηνών». Επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο. Τον ποιητή Διονύσιο Σολωμό και το ποίημα του "Ύμνος εις την Ελευθερίαν".

Αμέσως θα κάθισε στο γραφείο του και θα συνέταξε την παρακάτω επιστολή:

[Αξιότιμε Ποιητά,

Έστω και με καθυστέρηση δώδεκα χρόνων, παίρνω το θάρρος να απαντήσω στην επιστολή σας για την πρεμιέρα του έργου «Τα ερείπια των Αθηνών». Αφορμή στάθηκε το ποίημα σας που διάβασα στον τύπο για τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία.
Ποτέ δεν έκρυψα το θαυμασμό μου για το αρχαιοελληνικό πνεύμα όπως αποκρυσταλλώνεται στην ποίηση του Ομήρου, των δραμάτων του Αισχύλου και του Σοφοκλή και στις ιδέες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, το οποίο ορθώς είχατε επισημάνει αναφέροντας αντιστοίχως τις μορφές του Πυθαγόρα και του Δημόκριτου σχετικά με την 5η συμφωνία μου. Όπως ποτέ δεν έκρυψα την ανάγκη μου για την έκφραση των οικουμενικών ανθρωπιστικών αξιών μέσα από τη μουσική μου. 
Και ήρθε τούτη την ώρα αυτό το ποίημα σας να μου αποδείξει ότι υπάρχει και νεοελληνικό πνεύμα σαν συνέχεια του μεγαλείου του αρχαίου. Σας διαβεβαιώνω ότι η επανάσταση του λαού σας, όταν έχει πνευματικούς ηγέτες σαν κι εσάς θα ευδοκιμήσει και θα δούμε σύντομα να ανατέλλει ξανά το Ελληνικό ιδεώδες, το οποίο γέννησε ολόκληρο τον πολιτισμό της Ευρώπης.

Ταπεινός δούλος σας,

Λουδοβίκος Βαν Μπετόβεν

Υ.Γ. Το γεγονός ότι δεν είχα απαντήσει στην τότε επιστολή σας, πράγμα που θα οδηγούσε σίγουρα στην σύναψη μιας φιλίας, μου στέρησε τη χαρά και το δικαίωμα να γνωρίζω εγκαίρως την ύπαρξη του ποιήματός σας «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», το οποίο δεν αποκλείω να είχα επιλέξει να μελοποιήσω για το φινάλε της τελευταίας μου συμφωνίας. Εύχομαι παρόλαυτα, να πάρει το δρόμο που του αξίζει.]*

*(μετάφραση από τα Γερμανικά)

Με τι έκπληξη θα έλαβε αντίστοιχα, ο Κόντε Διονύσιος Σολωμός την ετεροχρονισμένη απαντητική επιστολή του Μαέστρου Μπετόβεν. Σίγουρα θα έτρεμε από συγκίνηση καθώς θα την έβαζε στην τσέπη για να τη διαβάσει αργότερα και στο στενό του φίλο και θαυμαστή του Μπετόβεν, Νικόλαο Μάντζαρο. Κι εκείνος με τις ευλογίες του μεγαλύτερου συνθέτη της εποχής θα αναλάμβανε το χρίσμα να μελοποιήσει το ποίημα, στα πρότυπα της Ενάτης, ώστε να βρει το δρόμο του.
Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που οι πρώτες νότες και στις δυο πρώτες φράσεις από τη μελοποίηση του Ύμνου προέρχονται απ’ ευθείας από τις πρώτες νότες των δύο πρώτων φράσεων της Ωδής. Ίσως αυτή η ευχή που έδωσε ο Μπετόβεν να διαμόρφωσε αυτόν τον εμβατηριακό χαρακτήρα στον Ύμνο, όπως ακριβώς κι η εμβατηριακού χαρακτήρα παραλλαγή της Ωδής. Ίσως γι’ αυτό μέσα στο Ιταλιάνικο περιτύλιγμα της επτανησιακής μουσικής του Μάντζαρου να κρύβεται κατά βάθος η τεχνική και το μοτιβικό πνεύμα του Λουδοβίκου Βαν Μπετόβεν.

Βεβαίως, τα δύο έργα βρήκαν το δρόμο τους. Ο «Ύμνος εις την Ελευθερία» έγινε ο Εθνικός Ύμνος της χώρας που έδωσε τα φώτα του πολιτισμού στην Ευρώπη. Και η Ενάτη, η «Ωδή στη Χαρά», ο Ύμνος ολόκληρης της ανθρωπότητας.*
Τα παραπάνω θα μπορούσαν να ήταν τα πραγματικά γεγονότα και μια εύκολη εξήγηση για τους παράλληλους βίους που τράβηξαν οι δύο Ύμνοι και οι δύο Δημιουργοί. Τίποτα όμως από τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται με έγγραφα και μαρτυρίες. Και ερχόμαστε εδώ να συμπεράνουμε ότι το ανθρώπινο πνεύμα είναι αιθέρας που κινείται ελεύθερος στην ατμόσφαιρα. Είναι δυνατόν να κοινωνήσει και να επικοινωνήσει, όπως κάνουν τα συγκοινωνούντα δοχεία, με οποιονδήποτε σε οποιοδήποτε σημείο της υδρογείου ακόμα και σε εποχές που δεν υπάρχουν τα μέσα συγκοινωνίας ή επικοινωνίας και να δημιουργούνται έργα παράλληλα και τηρουμένων των αναλογιών εξ ίσου σημαντικά.


*Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση, των κλειστών συνόρων και της εξαθλίωσης θεωρεί ότι η πολιτική της συνάδει με τα πανανθρώπινα ιδεώδη και ιδανικά που εμπνέει η Ενάτη τότε καλώς την έχει για ύμνο της.